Η πιο τζαζ πόλη του κόσμου

από | Μαρ 27, 2022 | Άρθρα, Βόρεια Αμερική, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Κυριολεκτικά. Είναι η πόλη του Λούις Άρμστρονγκ, της μαύρης μαγείας και του Μάρντι Γκρα. Και της ανέμελης ζωής. The big easy. Ο απόλυτος προορισμός για ταλαντούχους μουσικούς αλλά και για όσους Αμερικανούς θέλουν να ξεφαντώσουν.

κείμενο & φωτογραφίες: Άκης Τεμπερίδης 

Στα μέσα Μαρτίου αποχαιρετούσαμε τη Φλόριντα από το ελληνόφωνο σχεδόν Τάρπον Σπρινγκς και μετά από μία παράκαμψη προς το εμβληματικό – για το κίνημα της δεκαετίας του ’50 υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων – Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, επιστρέψαμε στην ακτή του κόλπου του Μεξικού. Και αφού επιβιώσαμε από έναν τυφώνα που χτύπησε τον αμερικανικό νότο, φτάσαμε στη Νέα Ορλεάνη. Αυτή είναι μία πόλη που αξίζει από μόνη της ολόκληρο άρθρο, καθώς δεν υπάρχει παρόμοια στις ΗΠΑ, για να μην πω σε όλον τον κόσμο.

Οι Άγιοι δεν παρευλάνουν εδώ

Ο ύμνος της Νέας Ορλεάνης δεν είναι άλλος από το “When the Saints go marching in”, ένα θρησκευτικό τραγούδι του 19ου αιώνα το οποίο έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο ο μεγάλος Λούις Άρμστρονγκ, αφότου το ηχογράφησε το 1938.

Ο συγκεκριμένος στίχος είναι μεταφορικός φυσικά και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, καθώς οι Άγιοι δεν έχουν θέση σε μία πόλη σαν τη Νέα Ορλεάνη. Όχι μόνο σήμερα αλλά ούτε το 1718 που την ίδρυσαν οι Γάλλοι, οι οποίοι φρόντισαν να εκκαθαρίσουν τους γηγενείς Natchez που ζούσαν στις όχθες του Μισισιπή και άρχισαν να εισάγουν χιλιάδες σκλάβους από τις αποικίες τους στη δυτική Αφρική.

Το 1763 οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν τη Λουιζιάνα στους Ισπανούς, τους οποίους όμως οι ντόπιοι δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι και επαναστάστησαν. Το 1803 ξαναπήραν για λίγο τον έλεγχο της πόλης και την ίδια χρονιά ο Ναπολεόντας την πούλησε στους Αμερικανούς. Μέχρι τότε, το French Quarter – το γαλλικό τετράγωνο δηλαδή – είχε πάρει τη μορφή που διατηρεί και σήμερα. Με την ιδιαίτερη, Κρεόλ ή νεοκλασική αρχιτεκτονική, αλλά χωρίς τα φώτα neon, τις κακόφωνες μπάντες και τις ημίγυμνες, μεθυσμένες από το καταμεσήμερο, Αμερικανίδες φοιτήτριες της Bourbon Street.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η γαλλόφωνη ακόμη Νέα Ορλεάνη γιγάντωνε και πλούτιζε, ως σκλαβοπάζαρο κυρίως, από το οποίο διοχετευόταν εργατικό δυναμικό σε όλη την Αμερική. Την ίδια εποχή, Αγγλο-Αμερικανοί μετανάστευαν στο νότο. Και το 1862, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, οι βόρειοι κατέλαβαν την πόλη και με συνοπτικές διαδικασίες απαγόρευσαν τη γαλλική γλώσσα, επιβάλλοντας τα αγγλικά. Τότε ήταν που ο Αβραάμ Λίνκολν κατήργησε τη δουλεία.

Όμως, ενώ στη Νέα Ορλεάνη υπήρχε από πριν μία ζωντανή κοινότητα μορφωμένων και ανεξάρτητων οικονομικά έγχρωμων και μαύρων, μόνο στα μέσα του 20ού αιώνα απέκτησαν όλοι ίσα ανθρώπινα δικαιώματα με τους λευκούς. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, χάρη και στη μετανάστευση Ευρωπαίων στον αμερικανικό νότο, η γαλλική γλώσσα και κουλτούρα έσβηνε σταδιακά, δίνοντας τη θέση της σε ένα πολιτισμικό χωνευτήρι, το οποίο καθιστά μοναδική τη Νέα Ορλεάνη μέχρι σήμερα. Αυτό δημιούργησε την τζαζ μουσική – στην πλατεία Κόνγκο συγκεκριμένα – την Κρεόλ κουζίνα και τη βουντού παραθρησκεία, τρία πολιτισμικά στοιχεία πάνω στα οποία χτίστηκε μετέπειτα η τουριστική βιομηχανία της πόλης.

Τι δουλειά έχουμε εδώ;

Από το Μπιλόξι μέχρι τη Νέα Ορλεάνη πήραμε τον US Route 90 και όχι τον διαπολιτειακό αυτοκινητόδρομο i10. Αφού περνάς από το Μισισίπι στη Λουιζιάνα, η διαδρομή διασχίζει έναν ατέλειωτο υγροβιότοπο και μπαίνει στη Νέα Ορλεάνη μέσα από τις πιο φτωχές συνοικίες της. Αυτές που χτυπήθηκαν περισσότερο από τον τυφώνα Κατρίνα του 2005, ο οποίος κόστισε τη ζωή σε πάνω από 1.500 ανθρώπους και 172 δισεκατομμύρια δολάρια για αποκατάσταση των υποδομών. Να σημειώσω ότι μετά τον τυφώνα, η Νέα Ορλεάνη έχασε τον μισό περίπου πληθυσμό της. Όταν την επισκεφτήκαμε για πρώτη φορά το 2009, τα σημάδια της καταστροφής ήταν ακόμη φανερά και η πόλη έμοιαζε ερημωμένη. Σήμερα, η Νέα Ορλεάνη έχει επανέλθει και χάρη στις επενδύσεις που έχουν γίνει, είναι και πάλι μία πόλη 400.000 κατοίκων σε πλήρη άνθιση.

Φυσικά, εμείς την επισκεφτήκαμε με τον δικό μας ιδιαίτερο τρόπο. Είμασταν τυχεροί που βρήκαμε χώρο σε ένα πάρκινγκ μόλις 10 λεπτά περπάτημα από τη γαλλική συνοικία και μείναμε εκεί για τέσσερα βράδια με κόστος 10 δολαρίων την ημέρα. Κανονικά ο χώρος στάθμευσης για κάμπερ κοστίζει 50 δολάρια – και 100(!) στο διπλανό κάμπινγκ –  όμως κανένας δε μας ενόχλησε. Γενικά είναι χαλαροί οι άνθρωποι στην πόλη και ανεκτικοί. Το συγκεκριμένο πάρκινγκ ήταν κατηλειμμένο από τηλεοπτικά και κινηματογραφικά συνεργεία, μιας και η Νέα Ορλεάνη έχει εξελιχτεί σε «Χόλιγουντ του νότου» τα τελευταία χρόνια. Τις ημέρες που βρεθήκαμε στην πόλη γυριζόταν μάλιστα και η ταινία Renfield με πρωταγωνιστή τον Νίκολας Κέιτζ.

Στο κοντινό πάρκο Louis Armstrong, εκεί δηλαδή όπου γεννήθηκε η τζαζ μουσική, υπήρχε ένα μικρό φεστιβάλ που μας έβαλε στο ρυθμό της πόλης. Το μεγάλο μουσικό γεγονός είναι βέβαια το ετήσιο Jazz & Heritage Festival που διοργανώνεται φέτος από τις 29 Απριλίου έως τις 8 Μαΐου με τη συμμετοχή δεκάδων καλλιτεχνών και σχημάτων. Ανάμεσά τους και οι Red Hot Chilli Peppers, η Norah Jones και ο Lionel Ritchie.

Η μουσική είναι το κύριο τουριστικό προϊόν της Νέας Ορλεάνης, όμως αν κάνετε το λάθος να συχνάζετε στη διαβόητη Bourbon Street, αυτό που θα εισπράξετε είναι μία κακοφωνία playback και live ήχου που παράγεται ολημερίς σχεδόν από δεκάδες μπαρ και club. Η κατάσταση είναι αρκετά καλύτερη στη Frenchmen Str., στην πλατεία Jackson και στην όχθη του ποταμού, όπου κι εκεί τα μαγαζιά είναι αμέτρητα.

Όμως κακά τα ψέμματα, αυτή ήταν κάποτε μία πόλη – μπορντέλο που με τον τρόπο της είναι και σήμερα μία γοητευτική όσο και πανέξυπνη πόρνη, η οποία έχει μοναδικό σκοπό να σε αφήσει άφραγκο – αν όχι λιπόθυμο στην άσφαλτο με ένα πλαστικό ποτήρι στο χέρι. Μπορεί να είναι μία πόλη καταναλωτική, βρώμικη και εν δυνάμει επικίνδυνη, δεν παύει όμως από την άλλη να είναι ανοιχτόμυαλη, δημιουργική, θεότρελη, gay, γι’ αυτό και τελικά είναι εθιστική. Δεν είναι όμως μία πόλη φτιαγμένη για όλους και σίγουρα όχι για οικογένειες με παιδιά σε ηλικία δημοτικού, όπως εμείς. Μία φορά, πάντως, αξίζει να τη ζήσεις, όσο ακόμη είσαι ή αισθάνεσαι νέος._Α.Τ.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΡΑΜΙΣΤΑ STANTON MOORE

Στο εμβληματικό club Tipitina’s – όπου έπαιζε μέχρι το θάνατό του ο Professor Longhair αλλά και οι Neville Brothers – συναντήσαμε τον ντραμίστα Στάντον Μουρ, ο οποίος ήρθε και στην Ελλάδα πριν από πέντε χρόνια. Ο Αμερικανός μουσικός μας είπε πολλά μυστικά για τη Νέα Ορλεάνη. «Μπορεί να είναι για μένα το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο, δεν είναι όμως και το πιο εύκολο». Ο Στάντον είναι ιδρυτικό μέλος του σχήματος Galactic, ενώ συμμετέχει ενεργά και με άλλα σχήματα στα Jazz Festival της πόλης του. Παράλληλα, παραδίδει online μαθήματα κρουστών μέσα από το www.stantonmooredrumacademy.com.

 

Share This